ορθοπυριτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χρειάζεται παραπομπή σε λεξικό, εγχειρίδιο ή κείμενο.


Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ορθοπυριτικός η ορθοπυριτική το ορθοπυριτικό
      γενική του ορθοπυριτικού της ορθοπυριτικής του ορθοπυριτικού
    αιτιατική τον ορθοπυριτικό την ορθοπυριτική το ορθοπυριτικό
     κλητική ορθοπυριτικέ ορθοπυριτική ορθοπυριτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ορθοπυριτικοί οι ορθοπυριτικές τα ορθοπυριτικά
      γενική των ορθοπυριτικών των ορθοπυριτικών των ορθοπυριτικών
    αιτιατική τους ορθοπυριτικούς τις ορθοπυριτικές τα ορθοπυριτικά
     κλητική ορθοπυριτικοί ορθοπυριτικές ορθοπυριτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ορθοπυριτικός <  ? + πυριτικός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Επίθετο[επεξεργασία]

ορθοπυριτικός, -ή, -ό,

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]