ορθωμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ορθωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ορθώνω
Μετοχή
[επεξεργασία]ορθωμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη ορθώνω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ορθωμένος
|
|