ορθόλιθος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | ορθόλιθος | οι | ορθόλιθοι |
| γενική | του | ορθόλιθου & ορθολίθου |
των | ορθόλιθων & ορθολίθων |
| αιτιατική | τον | ορθόλιθο | τους | ορθόλιθους & ορθολίθους |
| κλητική | ορθόλιθε | ορθόλιθοι | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /oɾˈθo.li.θos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ορ‐θό‐λι‐θος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ορθόλιθος αρσενικό
- (αρχαιολογία) μακρόστενος ογκόλιθος που τοποθετείται όρθια
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ορθόλιθος
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ορθό- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με συνθετικό 'λίθος' (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχαιολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)