ορθώνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ορθώνω < αρχαία ελληνική ὀρθόω / ὀρθῶ + -ώνω < ὀρθός < ϝορθϝός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *worHdʰ- < *h₃er- (σηκώνω) + *dʰeh₁- (τοποθετώ) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική lever)
Ρήμα
[επεξεργασία]ορθώνω (παθητική φωνή: ορθώνομαι)
- βάζω κάτι να στέκεται όρθιο, το σηκώνω, το υψώνω
- ※ έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του. (Μαίρη Κόντζογλου, Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- (μεταφορικά) θέτω, τοποθετώ (εμπόδια)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- ορθώνω το ανάστημά μου: (μεταφορικά) αντιστέκομαι
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ορθώνω | όρθωνα | θα ορθώνω | να ορθώνω | ορθώνοντας | |
| β' ενικ. | ορθώνεις | όρθωνες | θα ορθώνεις | να ορθώνεις | όρθωνε | |
| γ' ενικ. | ορθώνει | όρθωνε | θα ορθώνει | να ορθώνει | ||
| α' πληθ. | ορθώνουμε | ορθώναμε | θα ορθώνουμε | να ορθώνουμε | ||
| β' πληθ. | ορθώνετε | ορθώνατε | θα ορθώνετε | να ορθώνετε | ορθώνετε | |
| γ' πληθ. | ορθώνουν(ε) | όρθωναν ορθώναν(ε) |
θα ορθώνουν(ε) | να ορθώνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | όρθωσα | θα ορθώσω | να ορθώσω | ορθώσει | ||
| β' ενικ. | όρθωσες | θα ορθώσεις | να ορθώσεις | όρθωσε | ||
| γ' ενικ. | όρθωσε | θα ορθώσει | να ορθώσει | |||
| α' πληθ. | ορθώσαμε | θα ορθώσουμε | να ορθώσουμε | |||
| β' πληθ. | ορθώσατε | θα ορθώσετε | να ορθώσετε | ορθώστε | ||
| γ' πληθ. | όρθωσαν ορθώσαν(ε) |
θα ορθώσουν(ε) | να ορθώσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω ορθώσει | είχα ορθώσει | θα έχω ορθώσει | να έχω ορθώσει | ||
| β' ενικ. | έχεις ορθώσει | είχες ορθώσει | θα έχεις ορθώσει | να έχεις ορθώσει | ||
| γ' ενικ. | έχει ορθώσει | είχε ορθώσει | θα έχει ορθώσει | να έχει ορθώσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε ορθώσει | είχαμε ορθώσει | θα έχουμε ορθώσει | να έχουμε ορθώσει | ||
| β' πληθ. | έχετε ορθώσει | είχατε ορθώσει | θα έχετε ορθώσει | να έχετε ορθώσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν ορθώσει | είχαν ορθώσει | θα έχουν ορθώσει | να έχουν ορθώσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «δηλώνω»
- Ρήματα σε -ώνω
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)