Μετάβαση στο περιεχόμενο

ορθ-

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ὀρθ-

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ορθ- < από το πρόθημα ορθο-, όταν το δεύτερο συνθετικό αρχίζει από φωνήεν

Πρόθημα

[επεξεργασία]

ορθ-

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]