ορισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ορισμένος ορισμένη ορισμένο
γενική ορισμένου ορισμένης ορισμένου
αιτιατική ορισμένο ορισμένη ορισμένο
κλητική ορισμένε ορισμένη ορισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ορισμένοι ορισμένες ορισμένα
γενική ορισμένων ορισμένων ορισμένων
αιτιατική ορισμένους ορισμένες ορισμένα
κλητική ορισμένοι ορισμένες ορισμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ορισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος του ορίζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ορισμένος, -η, -ο

  1. που έχει οριστεί
  2. αόριστη έκφραση για κάποιο πρόσωπο ή πράγμα που ανήκει σε κατηγορία με γνωστές ιδιότητες αλλά δεν κατονομάζεται επακριβώς· κάποιος
    ορισμένοι υπάλληλοι της υπηρεσίας αυτής συμπεριφέρονται απρεπώς προς τους πολίτες
    σε ορισμένα σημεία του κειμένου υπάρχουν ασάφειες
    • κάποιος (προεξαγγελτικά)
      θα σας διαβάσω ορισμένα αποσπάσματα από το καινούριο βιβλίο του ...
  3. έκφραση για κάποιο πρόσωπο ή πράγμα με συγκεκριμένες ιδιότητες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]