ορισματικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ορισματικός < ορισμός
Επίθετο
[επεξεργασία]ορισματικός, -ή, -ό
- που βασίζεται στον ορισμό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ορισματικός