οριστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οριστικός οριστική οριστικό
γενική οριστικού οριστικής οριστικού
αιτιατική οριστικό οριστική οριστικό
κλητική οριστικέ οριστική οριστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οριστικοί οριστικές οριστικά
γενική οριστικών οριστικών οριστικών
αιτιατική οριστικούς οριστικές οριστικά
κλητική οριστικοί οριστικές οριστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οριστικός < αρχαία ελληνική ὁριστικός < ὁριστός < ὁρίζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.ɾi.sti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

οριστικός

  1. που γίνεται για πάντα, που δεν πρόκειται να αλλάξει


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]