ορμέμφυτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ορμέμφυτος ορμέμφυτη ορμέμφυτο
γενική ορμέμφυτου ορμέμφυτης ορμέμφυτου
αιτιατική ορμέμφυτο ορμέμφυτη ορμέμφυτο
κλητική ορμέμφυτε ορμέμφυτη ορμέμφυτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ορμέμφυτοι ορμέμφυτες ορμέμφυτα
γενική ορμέμφυτων ορμέμφυτων ορμέμφυτων
αιτιατική ορμέμφυτους ορμέμφυτες ορμέμφυτα
κλητική ορμέμφυτοι ορμέμφυτες ορμέμφυτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ορμέμφυτος < ορμή + έμφυτος < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Naturtrieb < Natur (φύση) + Trieb (παρόρμηση)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ορμέμφυτος, -η, -ο

  1. που εκδηλώνεται αυτόματα, παρορμητικά, ενστικτωδώς
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ενστικτώδης, (απροσχεδίαστος)
  2. (ουσιαστικοποιημένο) ορμέμφυτο: το ένστικτο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]