ορμαθός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ορμαθός ορμαθοί
γενική ορμαθού ορμαθών
αιτιατική ορμαθό ορμαθούς
κλητική ορμαθέ ορμαθοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ορμαθός < αρχαία ελληνική ὁρμαθός < παράγωγο ουσιαστικό από το ὅρμος (=σχοινί, αλυσίδα, περιδέραιο) και την κατάληξη -αθος
  • «ορμαθός σκόρδων»

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ορμαθός αρσενικό

σύνολο ομοειδών πραγμάτων, περασμένων σε νήμα, σύρμα, κρίκο κοιν. «αρμαθιά».

  1. συστοιχία, πλέγμα, αντικείμενα περασμένα σε ένα νήμα
    δείτε τη λέξη: (κρητική διάλεκτος) αρμαθιά
    ορμαθός κλειδιών
  2. (μεταφορικά) πλήθος
    ορμαθός ψευδών

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

μεταφορικά[επεξεργασία]

  • πλήθος, σωρός «ορμαθός ανοησιών», «ορμαθός επιχειρημάτων»

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • «κατηγορείται για ορμαθό καταχρήσεων».

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]