ορμόνες

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

(ιατρική), (ενδοκρινολογία) πληθυντικός της λέξης ορμόνη