οροθετικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οροθετικός οροθετική οροθετικό
γενική οροθετικού οροθετικής οροθετικού
αιτιατική οροθετικό οροθετική οροθετικό
κλητική οροθετικέ οροθετική οροθετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οροθετικοί οροθετικές οροθετικά
γενική οροθετικών οροθετικών οροθετικών
αιτιατική οροθετικούς οροθετικές οροθετικά
κλητική οροθετικοί οροθετικές οροθετικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. οροθετικός < οροθε(σία) + -τικός
  2. οροθετικός < ορο- (ορός) + θετικός < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική seropositive[1]

Open book 01.svg Επίθετο 1[επεξεργασία]

οροθετικός, -ή, -ό

Open book 01.svg Επίθετο 2[επεξεργασία]

οροθετικός, -ή, -ό

  • (ιατρική) (για ασθενή) που είναι φορέας κάποιου ιού, συνήθως του ιού του AIDS
    Τέλος στη ζωή της έδωσε μία από τις γυναίκες που είχαν συλληφθεί το Μάιο του 2012 ως εκδιδόμενες οροθετικές και τα στοιχεία τους είχαν δοθεί στη δημοσιότητα, μαζί με τις φωτογραφίες τους, στο όνομα της δημόσιας υγείας. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές [επεξεργασία]

  1. οροθετικός στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.