Μετάβαση στο περιεχόμενο

οροστοιχία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οροστοιχία οι οροστοιχίες
      γενική της οροστοιχίας των οροστοιχιών
    αιτιατική την οροστοιχία τις οροστοιχίες
     κλητική οροστοιχία οροστοιχίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οροστοιχία < ορο- + -στοιχία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /o.ɾo.stiˈçi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: οροστοιχία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

οροστοιχία θηλυκό

  • (γεωγραφία) η αλληλουχία βουνών
      Πολύ συχνά μας γοητεύουν και μας ξαφνιάζουν τα μεγάλα και τα λαμπρά του κόσμου τούτου. Όσα έχει πλάσει ο άνθρωπος, όσα έχει, με την ασυνείδητη τέχνη της, κατορθώσει η φύση. Τρομαχτικές λαγκαδιές, οροστοιχίες γιγάντων, οι ατελεύτητοι κάμποι, οι ποταμοί, οι αιώνιοι πάγοι, οι ωκεανοί.
    Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Καλοκαίρι 1953 | Η Σκύρος, μια ποίηση, μια αγάπη, μέσω του timesnews.gr

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • οροστοιχία - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.  (συντομογραφίες)