οροφή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οροφή οροφές
γενική οροφής οροφών
αιτιατική οροφή οροφές
κλητική οροφή οροφές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οροφή < αρχαία ελληνική ὀροφή < ἐρέφω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.ɾɔ.ˈfi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οροφή θηλυκό

  1. η οριζόντια επιφάνεια που καθορίζει εσωτερικά έναν χώρο
  2. το ανώτερο μέρος ενός οικοδομήματος
  3. (αεροπορία) το υψηλότερο μέρος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

ανώτερος εσωτερικός χώρος

ανώτερο μέρος οικοδομήματος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]