Μετάβαση στο περιεχόμενο

οροφή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οροφή οι οροφές
      γενική της οροφής των οροφών
    αιτιατική την οροφή τις οροφές
     κλητική οροφή οροφές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οροφή < αρχαία ελληνική ὀροφή < ἐρέφω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /o.ɾoˈfi/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

οροφή θηλυκό

  1. η άνω οριζόντια επιφάνεια που καθορίζει εσωτερικά έναν χώρο
  2. το ανώτερο μέρος ενός οικοδομήματος
  3. (αεροπορία) το υψηλότερο μέρος
  4. (μεταφορικά) το ανώτατο όριο

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

ανώτερος εσωτερικός χώρος

ανώτερο μέρος οικοδομήματος

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]