οροφή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | οροφή | οι | οροφές |
| γενική | της | οροφής | των | οροφών |
| αιτιατική | την | οροφή | τις | οροφές |
| κλητική | οροφή | οροφές | ||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- οροφή < αρχαία ελληνική ὀροφή < ἐρέφω
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]οροφή θηλυκό
- η άνω οριζόντια επιφάνεια που καθορίζει εσωτερικά έναν χώρο
- το ανώτερο μέρος ενός οικοδομήματος
- (αεροπορία) το υψηλότερο μέρος
- (μεταφορικά) το ανώτατο όριο
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]|
ανώτερος εσωτερικός χώρος |
ανώτερο μέρος οικοδομήματος |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- οροφή - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας