Μετάβαση στο περιεχόμενο

ορυκτολόγε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

ορυκτολόγε αρσενικό ή θηλυκό