Μετάβαση στο περιεχόμενο

ορχιδέα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ορχιδέα οι ορχιδέες
      γενική της ορχιδέας των (ορχιδεών)
    αιτιατική την ορχιδέα τις ορχιδέες
     κλητική ορχιδέα ορχιδέες
Κατηγορία όπως «νότα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
ορχιδέες

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ορχιδέα < (άμεσο δάνειο) γαλλική orchidée < νεολατινική orchidea < λατινική orchis (φυτό του οποίου οι βολβοί μοιάζουν με όρχεις σύμφωνα με τον Ρωμαίο συγγραφέα Πλίνιο) < ελληνιστική κοινή ὀρχίδιον (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική ὄρχις[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /oɾ.çiˈðe.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ορχιδέα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ορχιδέα θηλυκό

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ορχιδέα - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.