ορχιδέα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ορχιδέα | οι | ορχιδέες |
| γενική | της | ορχιδέας | των | (ορχιδεών) |
| αιτιατική | την | ορχιδέα | τις | ορχιδέες |
| κλητική | ορχιδέα | ορχιδέες | ||
| Κατηγορία όπως «νότα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ορχιδέα < (άμεσο δάνειο) γαλλική orchidée < νεολατινική orchidea < λατινική orchis (φυτό του οποίου οι βολβοί μοιάζουν με όρχεις σύμφωνα με τον Ρωμαίο συγγραφέα Πλίνιο) < ελληνιστική κοινή ὀρχίδιον (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική ὄρχις[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /oɾ.çiˈðe.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ορ‐χι‐δέ‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ορχιδέα θηλυκό
- (βοτανική, λουλούδι) καλλωπιστικό μονοκοτυλήδονο φυτό της οικογένειας των Orchidaceae· φύεται κυρίως σε θερμό κλίμα και ξεχωρίζει για το πρωτότυπο σχήμα του και την μεγάλη του ποικιλία σε χρώματα και αποχρώσεις
- ※ Περιχύνουν (με χημικό τρόπο φυσικά) τις ορχιδέες που αφθονούν στη Σιγκαπούρη με λεπτή φλούδα χρυσού και τις πουλάνε ως κοσμήματα ονομάζοντας όλη αυτή την διαδικασία και το τελικό προϊόν ως RYSIS.
- Κώστας Δούκας, Το μεγάλο μυστικό του Ομήρου: Ιλιάς, εκδόσεις: Δωδώνη, Αθήνα 1993, @google.gr/books
- ※ Το πήρα με την ευλάβεια που άρμοζε σʼ ένα μπουκέτο σπάνιες ορχιδέες. Το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο επάνω μου.
- Μάιρα Παπαθανασοπούλου, Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα, αρχική δημοσίευση: (1998), εκδόσεις: Πατάκη, ISBN 9789606004513, @google.gr/books
- ※ Περιχύνουν (με χημικό τρόπο φυσικά) τις ορχιδέες που αφθονούν στη Σιγκαπούρη με λεπτή φλούδα χρυσού και τις πουλάνε ως κοσμήματα ονομάζοντας όλη αυτή την διαδικασία και το τελικό προϊόν ως RYSIS.
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]- ὀρχιδέα (πολυτονική γραφή του ορχιδέα)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
ορχιδέα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ορχιδέα - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- ορχιδέα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ορχιδέα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νότα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με δύσχρηστη γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Αντιδάνεια (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βοτανική (νέα ελληνικά)
- Λουλούδια (νέα ελληνικά)
- Φυτά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)