ορός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ορός οι οροί
      γενική του ορού των ορών
    αιτιατική τον ορό τους ορούς
     κλητική ορέ οροί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ορός < αρχαία ελληνική ὁρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ορός αρσενικό (ιατρική, αιματολογία)

  1. Κάθε ορώδες υγρό το οποίο ενυδατώνει τις επιφάνειες ορογόνων μεμβρανών
  2. Το υδάτινο τμήμα του αίματος που απομένει μετά την πήξη· το υγρό που προκύπτει όταν το αίμα αφεθεί για αρκετό διάστημα ώστε να συρρικνωθεί το πήγμα.
  3. Υγρό το οποίο προέρχεται από το αίμα και περιέχει αντισώματα έναντι συγκεκριμένου μικροοργανισμού. Χρησιμοποιείται για την παροχή άμεσης παθητικής ανοσίας σε κάποιον, ο οποίος έχει εκτεθεί στον ίδιο μικροοργανισμό.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]