οστρακόδερμο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οστρακόδερμο οστρακόδερμα
γενική οστρακόδερμου οστρακόδερμων
αιτιατική οστρακόδερμο οστρακόδερμα
κλητική οστρακόδερμο οστρακόδερμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οστρακόδερμο < αρχαία ελληνική ὀστρακόδερμον, ουδέτερο του ὀστρακόδερμος < ὄστρακον + δέρμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οστρακόδερμο ουδέτερο (συνήθως στον πληθυντικό)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]