Μετάβαση στο περιεχόμενο

ουίσκι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ουίσκι τα ουίσκια
      γενική του ουισκιού των ουισκιών
    αιτιατική το ουίσκι τα ουίσκια
     κλητική ουίσκι ουίσκια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
ένα ποτήρι ουίσκι

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ουίσκι < αγγλική whisky

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /uˈi.sci/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ουίσκι ουδέτερο

  1. οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται με απόσταξη από καρπούς δημητριακών· έχει καστανό χρώμα και μεγάλη περιεκτικότητα σε αλκοόλ
      Ένα γκαρσόνι με μοβ σακάκι και μαύρο παπιγιόν μας πλησίασε, έτοιμο να ικανοποιήσει δουλοπρεπώς κάθε μας επιθυμία. Παραγγείλαμε ουίσκι, σόδα κι αναψυκτικά. (Γιάννης Σολδάτος, Ιστορίες για τη θάλασσα από την ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Αιγόκερως, 1999, σελ. 309)
  2. (συνεκδοχικά) ένα ποτήρι με αυτό το ποτό

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • το ουσιαστικό αυτό άλλοτε παραμένει άκλιτο και άλλοτε κλίνεται κατά το τραγούδι
    μια εξάδα με ποτήρια του ουίσκι
    πήγαμε στο μπαρ και ήπιαμε δυο τρία ουίσκια ο καθένας

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]