Μετάβαση στο περιεχόμενο

ουδετεροπενία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ουδετεροπενία οι ουδετεροπενίες
      γενική της ουδετεροπενίας των ουδετεροπενιών
    αιτιατική την ουδετεροπενία τις ουδετεροπενίες
     κλητική ουδετεροπενία ουδετεροπενίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ουδετεροπενία < ουδέτερο + πενία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ουδετεροπενία θηλυκό

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • συνηθέστερα οφείλεται στην επίδραση τοξικών παραγόντων ή ακτινοβολιών στο μυελό των οστών όπου παράγονται τα κοκκιοκύτταρα.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]