ουδετερόφιλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ουδετερόφιλος ουδετερόφιλη ουδετερόφιλο
γενική ουδετερόφιλου ουδετερόφιλης ουδετερόφιλου
αιτιατική ουδετερόφιλο ουδετερόφιλη ουδετερόφιλο
κλητική ουδετερόφιλε ουδετερόφιλη ουδετερόφιλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ουδετερόφιλοι ουδετερόφιλες ουδετερόφιλα
γενική ουδετερόφιλων ουδετερόφιλων ουδετερόφιλων
αιτιατική ουδετερόφιλους ουδετερόφιλες ουδετερόφιλα
κλητική ουδετερόφιλοι ουδετερόφιλες ουδετερόφιλα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ουδετερόφιλος < ουδέτερο + -φιλος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Επίθετο[επεξεργασία]

ουδετερόφιλος

  1. που επιλέγει την ουδετερότητα, το να είναι ουδέτερος, να μην παίρνει πλευρές σε αντιπαλότητες
    ※  Υπήρξε επίσης σύμπτωση απόψεων ως προς τη στάση που στο εξής θα τηρούσαν απέναντι στη Γιουγκοσλαβία: κοινό όφελος ήταν να ενθαρρυνθεί ο ουδετερόφιλος προσανατολισμός του Βελιγραδίου· γι’ αυτό τον λόγο τα Βαλκανικά Σύμφωνα θα έπρεπε να μην καταγγελθούν, αλλά να παραμείνουν εν υπνώσει. ([1], Η Καθημερινή, 29.03.2015)
  2. (ιατρική) που έχουν ουδέτερη αντίδραση σε κάποια αντιδραστήρια (στα ουδετερόφιλα αιμοσφαίρια, σε αντίθεση με τα βασεόφιλα)
    ※  Τα ουδετερόφιλα είναι τα πρώτα λευκά αιμοσφαίρια που φτάνουν στην περιοχή της φλεγμονής. ([2])

Μεταφράσεις[επεξεργασία]