ουδόλως

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ουδόλως < ούδέ + ὅλως

Επίρρημα[επεξεργασία]

ουδόλως

Ουδόλως με απασχολεί αν θα επιλέξεις να μην βγεις το βράδυ.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]