ουδός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ουδός ουδοί
γενική ουδού ουδών
αιτιατική ουδό ουδούς
κλητική ουδέ ουδοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ουδός < αρχαία ελληνική οὐδός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ουδός αρσενικό

  1. το κατώφλι
  2. η ελάχιστη απαιτούμενη ένταση ενός ερεθίσματος, ώστε αυτό να γίνει αντιληπτό

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

Ουδός πυροδότησης

32πχ Μεταφράσεις[]