ουλίτιδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ουλίτιδα ουλίτιδες
γενική ουλίτιδας ουλίτιδων
αιτιατική ουλίτιδα ουλίτιδες
κλητική ουλίτιδα ουλίτιδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ουλίτιδα < ούλο + -ίτιδα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ουλίτιδα θηλυκό


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]