ουλοποίηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ουλοποίηση | οι | ουλοποιήσεις |
| γενική | της | ουλοποίησης* | των | ουλοποιήσεων |
| αιτιατική | την | ουλοποίηση | τις | ουλοποιήσεις |
| κλητική | ουλοποίηση | ουλοποιήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, ουλοποιήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ουλοποίηση < ουλή + -ο- + -ποίηση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική fibrosis)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ουλοποίηση θηλυκό
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Fibrosis στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ποίηση (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)