ουράνιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ουράνιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική uranium < αρχαία ελληνική Οὐρανός (ο πλανήτης)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /u.'ɾa.niɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ουράνιο
γενική ουρανίου
& ουράνιου
αιτιατική ουράνιο
κλητική ουράνιο
HEUranium.jpg

ουράνιο ουδέτερο

  1. (χημεία) χημικό στοιχείο, που ανήκει στις ακτινίδες, με ατομικό αριθμό 92 και χημικό σύμβολο το U, βαρύ, αργυρόλευκο, με μεταλλική λάμψη, τοξικό και ραδιενεργό που ισότοπά του χρησιμοποιούνται σε πυρηνικούς αντιδραστήρες και σε πυρηνικά όπλα.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

  • απεμπλουτισμένο ουράνιο

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ουράνιο

  1. ουράνιος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του ουράνιος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού