ουρακοτάγκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ουρακοτάγκος ουρακοτάγκοι
γενική ουρακοτάγκου ουρακοτάγκων
αιτιατική ουρακοτάγκο ουρακοτάγκους
κλητική ουρακοτάγκε ουρακοτάγκοι
Ουρακοτάγκος(1)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ουρακοτάγκος < (μαλαισιανή) orang + (h)utan (άνθρωπος + δάσος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ουρακοτάγκος αρσενικό

  1. (ζωολογία) ανθρωπόμορφος πίθηκος του γένους Pongo της υποοικογένειας Ponginae
  2. (υβριστικό) κακάσχημος άνθρωπος

Γράφεται επίσης[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]