ουρλιαχτό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ουρλιαχτό τα ουρλιαχτά
      γενική του ουρλιαχτού των ουρλιαχτών
    αιτιατική το ουρλιαχτό τα ουρλιαχτά
     κλητική ουρλιαχτό ουρλιαχτά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ουρλιαχτό < ουρλιάζω + -τό

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /uɾ.ʎax.ˈtɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ουρλιαχτό ουδέτερο

  1. η άγρια και μακρόσυρτη κραυγή από ζώο ή άνθρωπο
  2. η στριγκλιά
  3. η βοή του ανέμου που μοιάζει με κραυγή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]