ουσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ουσία ουσίες
γενική ουσίας ουσιών
αιτιατική ουσία ουσίες
κλητική ουσία ουσίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ουσία < αρχαία ελληνική οὐσία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /u.ˈsi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ουσία θηλυκό

  1. κάθε τι υλικό, συνήθως σε ρευστή μορφή
    συνώνυμα: ύλη
    χρωστική / χημική / λιπαρή / βλαβερή ουσία
  2. το σύνολο των στοιχείων από τα οποία αποτελείται κάτι και καθορίζουν την ύπαρξή του
    συνώνυμα: το είναι, υπόσταση
  3. το κεντρικό σημείο, ο πυρήνας ενός θέματος, μιας συζήτησης, ενός πράγματος
    συνώνυμα: επίκεντρο
    έχεις αντιληφθεί την ουσία της συζήτησης;
  4. το αληθινό περιεχόμενο, το σημαντικό στοιχείο
    συνώνυμα: νόημα, σπουδαιότητα
    η ουσία της ζωής / της εργασίας / της συντροφικότητας
  5. το πιο θρεπτικό ή γευστικό στοιχείο της τροφής
    χωρίς αλάτι δεν έχει ουσία το φαγητό
  6. (φιλοσοφία):
    1. οτιδήποτε στοιχειοθετεί τη σταθερή φύση των πραγμάτων, ανεξάρτητα από τις μεταβολές που υφίστανται ή τις πολλαπλές μορφές που μπορεί να έχουν
    2. (Αριστοτέλης) η κατηγορία που καθορίζει την ύπαρξη ενός πράγματος και δεν εξαρτάται από τα συμβεβηκότα του
  7. (πληθυντικός) οι παράνομες εξαρτησιογόνες ουσίες, τα ναρκωτικά

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • επί της ουσίας : πραγματικά, σε σχέση με το αληθινό περιεχόμενο κι όχι τυπικά
  • η ουσία είναι... : το πιο σημαντικό είναι...
  • κατ’ ουσίαν : στην πραγματικότητα
  • στην ουσία : στην πραγματικότητα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]