ουσιαστικοποίηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ουσιαστικοποίηση < ουσιαστικό + -ποίηση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ουσιαστικοποίηση θηλυκό

  • η διαδικασία κατά την οποία μετατρέπεται σε ουσιαστικό ένα άλλος μέρος του λόγου (π.χ. επίθετο, μετοχή, απαρέμφατο)
η ουσιαστικοποίηση του απαρεμφάτου "φαγεῖν" στη μεσαιωνική λέξη "το φαγίν" μείωσε σημαντικά, αλλά δεν εξαφάνισε αυτομάτως, την απαρεμφατική χρήση της ομόηχης λεξης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]