ουσιαστικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ουσιαστικό ουσιαστικά
γενική ουσιαστικού ουσιαστικών
αιτιατική ουσιαστικό ουσιαστικά
κλητική ουσιαστικό ουσιαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ουσιαστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ουσιαστικός, (καθαρεύουσα: ουσιαστικόν)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /u.si.a.sti.ˈkɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ουσιαστικό ουδέτερο

  • (γραμματική) κλιτή λέξη που φανερώνει πρόσωπο, ζώο, πράγμα, αφηρημένη έννοια, ενέργεια, κατάσταση ή ιδιότητα
παραδείγματα ουσιαστικών:
Κώστας
γάτα
τραπέζι
αρχιτέκτονας
δημοκρατία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

32πχ Μεταφράσεις

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου

ουσιαστικό