ουσιώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ουσιώδης ουσιώδης ουσιώδες
γενική ουσιώδους ουσιώδους ουσιώδους
αιτιατική ουσιώδη ουσιώδη ουσιώδες
κλητική ουσιώδη(ς) ουσιώδης ουσιώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ουσιώδεις ουσιώδεις ουσιώδη
γενική ουσιωδών ουσιωδών ουσιωδών
αιτιατική ουσιώδεις ουσιώδεις ουσιώδη
κλητική ουσιώδεις ουσιώδεις ουσιώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ουσιώδης < ελληνιστική κοινή οὐσιώδης < αρχαία ελληνική οὐσία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ουσιώδης

  1. που αναφέρεται στην ουσία ενός θέματος
  2. κύριος, βασικός

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]