ουτιδανός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ουτιδανός < αρχαία ελληνική οὐτιδανός> οὔτις, "κανείς" (<οὐ, αρνητικό μόριο + τις, αόριστη αντωνυμία) + παραγωγικό επίθημα -ανός ( με διατήρηση αρχαιότερου -δ-).

Επίθετο[επεξεργασία]

ουτιδανός -ή -ό

εκφράσεις[επεξεργασία]

«δημοβόρος (δήμος +βορά= κατατρώγεις) βασιλεὺς ἐπεὶ οὐτιδανοῖσιν ανάσσεις»· Ιλιάδα Α΄ 231

Μεταφράσεις[επεξεργασία]