Μετάβαση στο περιεχόμενο

ουτοπία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Ουτοπία

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ουτοπία οι ουτοπίες
      γενική της ουτοπίας των ουτοπιών
    αιτιατική την ουτοπία τις ουτοπίες
     κλητική ουτοπία ουτοπίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ουτοπία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική utopia < νεολατινική utopia < αρχαία ελληνική οὐ + τόπος, από το έργο του Τόμας Μορ (Thomas More) Utopia, γραμμένου το 1516 στα λατινικά

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /u.toˈpi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ουτοπία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ουτοπία θηλυκό

  1. φανταστικός κόσμος ή κοινωνία, όπου όλα λειτουργούν αρμονικά και τέλεια
    παράδειγμα  Στους Όρνιθες του Αριστοφάνη υμνείται η ιλαρότητα της αναζήτησης μιας ουτοπίας. Πιστεύει στην ουτοπία ενός κόσμου χωρίς πάθη, μίση και πολέμους.
  2. ένα μη πραγματοποιήσιμο ιδανικό

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]