Μετάβαση στο περιεχόμενο

οφειλέτης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο οφειλέτης οι οφειλέτες
      γενική του οφειλέτη των οφειλετών
    αιτιατική τον οφειλέτη τους οφειλέτες
     κλητική οφειλέτη οφειλέτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οφειλέτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁ ὀφειλέτης, -ου, ἡ ὀφειλέτις, -ιδος[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /o.fiˈle.tis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: οφειλέτης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

οφειλέτης αρσενικό (θηλυκό οφειλέτρια)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. οφειλέτης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. οφειλέτης - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)