οφσάιντ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]οφσάιντ ουδέτερο άκλιτο
- (αθλητισμός) (ποδόσφαιρο) θέση που έχει ένας παίκτης από την οποία απαγορεύεται να γίνει κάτοχος της μπάλας στο αντίπαλο μισό του γηπέδου όταν μεταξύ της αντίπαλης εστίας και του επιτιθέμενου δεν μεσολαβούν δύο παίχτες.
- (οικείο, μεταφορικά) σφάλμα, λάθος
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
οφσάιντ στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Αθλητισμός (νέα ελληνικά)
- Οικείοι όροι (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)