ούφο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ούφο < αγγλική UFO

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ούφο ουδέτερο άκλιτο

  1. τα Α.Τ.Ι.Α.
  2. (μεταφορικάμειωτικό) ο άσχετος ή ο εκτός τόπου και χρόνου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]