Μετάβαση στο περιεχόμενο

οἰδέω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οἰδέω < λείπει η ετυμολογία


οἰδέω / οἰδῶ (συνηρημένο) / και σπανιότερα οἰδάω

  1. πρήζομαι, εξογκώνομαι, φουσκώνω
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 5 (ε. Ἀπόπλους Ὀδυσσέως παρὰ Καλυψοῦς.), στίχ. 455 (455-457)
    ᾤδεε δὲ χρόα πάντα, θάλασσα δὲ κήκιε πολλὴ | ἂν στόμα τε ῥῖνάς θ᾽· ὁ δ᾽ ἄρ᾽ ἄπνευστος καὶ ἄναυδος | κεῖτ᾽ ὀλιγηπελέων, κάματος δέ μιν αἰνὸς ἵκανεν.
    σώμα πρησμένο, στόμα, ρουθούνια να ξερνούν τη θάλασσα, | κι αυτός πεσμένος κάτω, δίχως πνοή, δίχως φωνή, | σαν λιγοθυμισμένος, τυραννισμένος από κούραση φριχτή.
    Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr
      5ος πκε αιώνας Ἱπποκράτης, Περὶ ἀγμῶν, (De fracturis), 25 @scaife.perseus
    Καὶ γὰρ εἰ ὑγιὴς χρὼς ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐπιδεθείη, ἐν μέσῳ δὲ διαλειφθείη, μάλιστα κατὰ τὴν διάλειψιν οἰδήσειεν ἂν, καὶ ἀχροιήσειεν·
  2. (μεταφορικά) καυχιέμαι, υπερηφανεύομαι
  3. (για καρπό, φρούτα) ωριμάζω

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Το ρήμα οἰδέω, δεν απαντά σε όλους τους χρόνους.