Μετάβαση στο περιεχόμενο

οἰκήτωρ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική οἰκήτωρ οἱ οἰκήτορες
      γενική τοῦ οἰκήτορος τῶν οἰκητόρων
      δοτική τῷ οἰκήτορ τοῖς οἰκήτορσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν οἰκήτορ τοὺς οἰκήτορᾰς
     κλητική ! οἰκῆτορ οἰκήτορες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  οἰκήτορε
γεν-δοτ τοῖν  οἰκητόροιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κτήτωρ' όπως «κτήτωρ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οἰκήτωρ < οἰκέω ( < οἶκος) + -τωρ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

οἰκήτωρ, -ορος αρσενικό

  1. κάτοικος
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Προμηθεὺς δεσμώτης, στίχ. 353
    τὸν γηγενῆ τε Κιλικίων οἰκήτορα
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 103
    ὅσον δὴ αὐτοῦ κατέλιπε τῆς χώρης οἰκήτορας
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, Α, 2
    μάλιστα δὲ τῆς γῆς ἡ ἀρίστη αἰεὶ τὰς μεταβολὰς τῶν οἰκητόρων εἶχεν
  2. άποικος
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, Β, 27
    καὶ ἐξέπεμψαν ὕστερον οὐ πολλῷ ἐς αὐτὴν τοὺς οἰκήτορας