Μετάβαση στο περιεχόμενο

οἰκοφύλαξ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική οἰκοφύλαξ οἱ οἰκοφύλακες
      γενική τοῦ οἰκοφύλακος τῶν οἰκοφυλάκων
      δοτική τῷ οἰκοφύλακ τοῖς οἰκοφύλαξ(ν)
    αιτιατική τὸν οἰκοφύλακ τοὺς οἰκοφύλακᾰς
     κλητική ! οἰκοφύλαξ οἰκοφύλακες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  οἰκοφύλακε
γεν-δοτ τοῖν  οἰκοφυλάκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οἰκοφύλαξ (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική (οἶκος) οἰκο- + -φύλαξ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

οἰκοφύλαξ αρσενικό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]