οἰκοφύλαξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική οἰκοφύλαξ οἰκοφύλακε οἰκοφύλακες
Γενική οἰκοφύλακος οἰκοφυλάκοιν οἰκοφυλάκων
Δοτική οἰκοφύλακι οἰκοφυλάκοιν οἰκοφύλαξι(ν)
Αιτιατική οἰκοφύλακα οἰκοφύλακε οἰκοφύλακας
Κλητική οἰκοφύλαξ οἰκοφύλακε οἰκοφύλακες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οἰκοφύλαξ < οἶκος + φύλαξ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οἰκοφύλαξ αρσενικό

  1. εκείνος που φυλάσσει τον οίκο

Συνώνυμα[επεξεργασία]