οἴησις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: οίηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οἴησις < οἴομαι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οἴησις θηλυκό

  1. γνώμη
  2. εσφαλμένη γνώμη
  3. έπαρση, αλαζονεία
     συνώνυμα: οἴημα