Μετάβαση στο περιεχόμενο

οἶστρος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ οἶστρος οἱ οἶστροι
      γενική τοῦ οἴστρου τῶν οἴστρων
      δοτική τῷ οἴστρῳ τοῖς οἴστροις
    αιτιατική τὸν οἶστρον τοὺς οἴστρους
     κλητική ὦ! οἶστρε οἶστροι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  οἴστρω
γεν-δοτ τοῖν  οἴστροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οἶστρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁eys-

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

οἶστρος, -ου αρσενικό

  1. αλογόμυγα, έντομο που προσβάλλει ζώα, πχ τα βοοειδή (ίσως Tabanus bovinus)
  2. (πτηνό) εντομοφάγο πτηνό (ίσως Sylvia trochilus)
  3. δήγμα, τσίμπημα, οτιδήποτε οδηγεί σε μανία, παραφροσύνη
  4. έντονη επιθυμία, παράλογο πάθος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883