οὐδέσι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή αντωνυμίας[επεξεργασία]

οὐδέσι αρσενικό

  • δοτική πληθυντικού της αορίστου αντωνυμίας οὐδείς