οὐδέτερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οὐδέτερος < οὐδέ + ἕτερος

Αντωνυμία[επεξεργασία]

οὐδέτερος

  1. ούτε ο ένας ούτε ο άλλος από τους δύο
  2. ουδέτερος