Μετάβαση στο περιεχόμενο

οὐλόμενος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /uː.ló.me.nos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: οὐλόμενος

Μετοχή

[επεξεργασία]

οὐλόμενος, -η, -ον (επιθετικοποιημένο)

  1. καταστροφικός, φθοροποιός, ολέθριος, μοιραίος
    λατινική: fatalis
  2. δυστυχής, αφανισμένος, χαμένος
    λατινική: perditus
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική οὐλόμενος οὐλομένη τὸ οὐλόμενον
      γενική τοῦ οὐλομένου τῆς οὐλομένης τοῦ οὐλομένου
      δοτική τῷ οὐλομέν τῇ οὐλομέν τῷ οὐλομέν
    αιτιατική τὸν οὐλόμενον τὴν οὐλομένην τὸ οὐλόμενον
     κλητική ! οὐλόμενε οὐλομένη οὐλόμενον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ οὐλόμενοι αἱ οὐλόμεναι τὰ οὐλόμεν
      γενική τῶν οὐλομένων τῶν οὐλομένων τῶν οὐλομένων
      δοτική τοῖς οὐλομένοις ταῖς οὐλομέναις τοῖς οὐλομένοις
    αιτιατική τοὺς οὐλομένους τὰς οὐλομένᾱς τὰ οὐλόμεν
     κλητική ! οὐλόμενοι οὐλόμεναι οὐλόμεν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ οὐλομένω τὼ οὐλομέν τὼ οὐλομένω
      γεν-δοτ τοῖν οὐλομένοιν τοῖν οὐλομέναιν τοῖν οὐλομένοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λυόμενος' όπως «λυόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές