οὐράνη
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | οὐράνη | αἱ | οὐράναι |
| γενική | τῆς | οὐράνης | τῶν | οὐρανῶν |
| δοτική | τῇ | οὐράνῃ | ταῖς | οὐράναις |
| αιτιατική | τὴν | οὐράνην | τὰς | οὐράνᾱς |
| κλητική ὦ! | οὐράνη | οὐράναι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | οὐράνᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | οὐράναιν | ||
| Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ. | ||||
| 1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]οὐράνη, -ης θηλυκό
- ουροδοχείο
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Απόσπασμα 180 ΟΣΤΟΛΟΓΟΙ, @poesialatina.it, @archive.org
- [ΟΔΥΣΣΕΑΣ] ὅδ' ἔστιν, ὅς ποτ' ἀμφ' ἐμοὶ βέλος | γελωτοποιόν, τὴν κάκοσμον οὐράνην, | ἔρριψεν οὐδ' ἥμαρτε·
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Απόσπασμα 180 ΟΣΤΟΛΟΓΟΙ, @poesialatina.it, @archive.org
Πηγές
[επεξεργασία]- οὐράνη - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'γνώμη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δίκη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δίκη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -άνη (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αισχύλο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)