Μετάβαση στο περιεχόμενο

οὐράνη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Ουράνη

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική οὐράνη αἱ οὐράναι
      γενική τῆς οὐράνης τῶν οὐρανῶν
      δοτική τῇ οὐράν ταῖς οὐράναις
    αιτιατική τὴν οὐράνην τὰς οὐράνᾱς
     κλητική ! οὐράνη οὐράναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  οὐράν
γεν-δοτ τοῖν  οὐράναιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οὐράνη < οὖρ(ον) + -άνη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

οὐράνη, -ης θηλυκό