οὐρανόθεν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οὐρανόθεν < οὐραν(ός) + -ό- + -θεν < ὅθεν

Επίρρημα[επεξεργασία]

οὐρανόθεν

  • από τον ουρανό, εξ ουρανού
    ※ ὣς εἰπὼν σύναγεν νεφέλας, ἐτάραξε δὲ πόντον
    χερσὶ τρίαιναν ἑλών: πάσας δ᾽ ὀρόθυνεν ἀέλλας
    παντοίων ἀνέμων, σὺν δὲ νεφέεσσι κάλυψε
    γαῖαν ὁμοῦ καὶ πόντον: ὀρώρει δ᾽ οὐρανόθεν νύξ

    Μιλώντας, σύναξε τα νέφη και, πιάνοντας την τρίαινα στα χέρια του,
    συντάραξε τον πόντο, συννέφιασε θάλασσα και στεριά,
    ξεσήκωσε όλες μαζί τις θύελλες και τους ανέμους όλους,
    έγινε η μέρα νύχτα, πέφτοντας ψηλά απ᾽ τον ουρανό.
    Όμηρος, Οδύσσεια, ε 291-294. Μετάφραση: Δ.Ν. Μαρωνίτης @greek.language.gr

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ἀπ' οὐρανόθεν
  • ἐξ οὐρανόθεν

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

νέα ελληνική:

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. οὐρανο- @perseus.tufts.edu