οὕτως
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /hǔː.tɔːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : οὕ‐τως
Επίρρημα
[επεξεργασία]οὕτως (δεικτικό επίρρημα)
- έτσι, τοιουτοτρόπως, με αυτόν τον τρόπο
- τόσο, τόσο πολύ με πίθετο ή επίρρημα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]οὕτως (αρχαία ελληνικά)
- ⇒ μεσαιωνικά ελληνικά: ἔτσι (με μετάθεση)
- ⇒ νέα ελληνικά: έτσι
- ⇒ μεσαιωνικά ελληνικά: ἴτους
- ⇒ κατωιταλικά: iu
- ⇘ νέα ελληνικά: ούτως
- ⇒ κατωιταλικά: otu (με μετάθεση)
Πηγές
[επεξεργασία]- οὕτως - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- οὕτως - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.