Μετάβαση στο περιεχόμενο

οὕτως

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οὕτως < οὗτος (αυτός) + -ως (επιρρηματική κατάληξη).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /hǔː.tɔːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: οὕτως

Επίρρημα

[επεξεργασία]

οὕτως (δεικτικό επίρρημα)

  1. έτσι, τοιουτοτρόπως, με αυτόν τον τρόπο
  2. τόσο, τόσο πολύ με πίθετο ή επίρρημα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

οὕτως (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: ἔτσι (με μετάθεση)
νέα ελληνικά: έτσι
μεσαιωνικά ελληνικά: ἴτους
κατωιταλικά: iu
νέα ελληνικά: ούτως
κατωιταλικά: otu (με μετάθεση)