Μετάβαση στο περιεχόμενο

οὖς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: οὕς, ους, οὖσ'

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ουσιαστικά μεταπλαστά
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
οὐσ- ὠτ-
ονομαστική τὸ οὖς τὰ ὦτ
      γενική τοῦ ὠτός τῶν ὤτων
      δοτική τῷ ὠτῐ́ τοῖς σῐ́(ν)
    αιτιατική τὸ οὖς τὰ ὦτ
     κλητική ! οὖς ὦτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὦτε
γεν-δοτ τοῖν  ὤτοιν
ανώμαλη κλίση, Κατηγορία 'μεταπλαστά' όπως «οὖς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οὖς < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂ṓws (αφτί) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂ew- (βλέπω). Συγγενή: λατινική auris.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ûːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
ΔΦΑ : /us/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: οὖς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

οὖς, ὠτός ουδέτερο

  1. (ανατομία) το αφτί
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 20 (Υ. Θεομαχία.), στίχ. 473
    ὁ δὲ Μούλιον οὖτα παραστὰς | δουρὶ κατ᾽ οὖς
    και ο Αχιλλεύς τον Μούλιον λογχίζει | στ᾽ αυτί
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
      6ος πκε αιώνας [μεσαιωνικά χφφ] Αίσωπος, 66. Ὁδοιπόροι καὶ ἄρκτος
    ἀπαλλαγείσης δὲ ‹αὐτῆς ὁ ἕτερος› καταβὰς ἀπὸ τοῦ δένδρου ἐπυνθάνετο αὐτοῦ, τί ἡ ἄρκτος πρὸς τὸ οὖς εἴρηκεν.
    Όταν πια σηκώθηκε και έφυγε το ζώο, ο φίλος κατέβηκε από το δέντρο και ρωτούσε τον σύντροφό τί του είχε ψιθυρίσει η αρκούδα στο αυτί.
    Μετάφραση: Κωνσταντάκος, Ιωάννης Μ., Αθήνα: Κίχλη @greeklanguage.gr
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Ἀντιγόνη, στίχ. 1188 (1187-1188)
    καί με φθόγγος οἰκείου κακοῦ | βάλλει δι' ὤτων
    και μου χτυπά σα μια βουή στ᾽ αυτιά μου | σπιτικής συφοράς
    Μετάφραση (1940): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης), Αθήνα: Εστία @greeklanguage.gr
      5ος πκε αιώνας Ἱπποκράτης, Περὶ γυναικείων, τὸ δεύτερον, 97
    Τὴν δὲ κεφαλὴν τέγγειν ἐλαίῳ ῥοδίνῳ, ἐς δὲ τὼ ὦτε μύρσινον ἢ μήλινον.
    Και την κεφαλή να μαλακώνεις με ροδέλαιο, στα δε αφτιά [βάζουμε] μυρσινέλαιο ή μηλέλαιο.
  2. ακοή
    χρειάζεται παράθεμα
  3. (μεταφορικά) κατάσκοπος
    χρειάζεται παράθεμα
  4. η λαβή ενός αγγείου ή μιας κούπας
      5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Β
    <βῖκος> στάμνος ὦτα ἔχων
    <βίκος> στάμνα που έχει αφτιά

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]