οὖς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική οὖς ὦτε ὦτα
Γενική ὠτός ὠτοῖν ὤτων
Δοτική ὠτί ὠτοῖν σί(ν)
Αιτιατική οὖς ὦτε ὦτα
Κλητική οὖς ὦτε ὦτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οὖς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂ṓws (αφτί) < *h₂ew- (βλέπω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οὖς ουδέτερο

  1. αφτί
    • Καὶ τυγχάνω τε κλῇθρ' ἀνασπαστοῦ πύλης / χαλῶσα, καί με φθόγγος οἰκείου κακοῦ / βάλλει δι' ὤτων, ὑπτία δὲ κλίνομαι / δείσασα πρὸς δμωαῖσι κἀποπλήσσομαι. (Σοφοκλής, Αντιγόνη, 1186-1189)
    • Τὴν δὲ κεφαλὴν τέγγειν ἐλαίῳ ῥοδίνῳ, ἐς δὲ τὼ ὦτε μύρσινον ἢ μήλινον. (Ιπποκράτης, Γυναικείων, 1, 206, 21)
  2. ακοή
  3. (μεταφορικά) κατάσκοπος
  4. η λαβή ενός αγγείου ή μιας κούπας

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]