Μετάβαση στο περιεχόμενο

οὗ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: οὖ, οὐ, οὑ, ου

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
οὗ

Επίρρημα

[επεξεργασία]

οὗ

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
οὗ < αιτιατική < πρωτοελληνική *hwe = ϝ̔ε < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *swé (εαυτού)

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας 1

[επεξεργασία]

οὗ

  1. αυτού
  2. του (ίδιου του) εαυτού του

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας 2

[επεξεργασία]

οὗ

Δείτε επίσης 1

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας 3

[επεξεργασία]

οὗ

Δείτε επίσης 2

[επεξεργασία]