οὗ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: οὖ, οὐ, οὑ, ου

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

οὗ

  1. (αναφορικό τοπικό) όπου

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οὗ < αιτιατική < πρωτοελληνική *hwe = ϝ̔ε < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *swé (εαυτού)

Αντωνυμία[επεξεργασία]

οὗ

  1. αυτού
  2. του (ίδιου του) εαυτού του

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας[επεξεργασία]

οὗ

  1. γενική ενικού του αρσενικού (ὅς) και ουδετέρου () της αρχαιοελληνικής αναφορικής αντωνυμίας ὅς
  2. γενική ενικού του γ' προσώπου της αρχαιοελληνικής προσωπικής αντωνυμίας

Κλίση[επεξεργασία]

Προσωπική Αντωνυμία
ενικός
πτώση α' πρόσωπο β' πρόσωπο γ' πρόσωπο
ονομαστική ἐγώ σύ -
γενική ἐμοῦ, μου σοῦ, σου (οὗ)
δοτική ἐμοί, μοι σοί, σοι οἷ, οἱ
αιτιατική ἐμέ, με σέ, σει ()
κλητική (οὗτος) (αὕτη) -
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ἡμεῖς ὑμεῖς (σφεῖς)
γενική ἡμῶν ὑμῶν (σφῶν)
δοτική ἡμῖν ὑμῖν (σφίσι(ν))
αιτιατική ἡμᾶς ὑμᾶς (σφᾶς)
κλητική - - -
δυϊκός αριθμός:
α' πρόσωπο ονομ.αιτ.: νώ, νῶϊ γενική, δοτική: νῷν
β' πρόσωπο ονομ.αιτ.: σφώ, σφῶϊ γενική, δοτική: σφῷν